Γιώργος Γκορέζης*: Η κλιμάκωση της έντασης στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου

Η συνεχιζόμενή κρίση στη Κύπρο θα χειροτερεύει με τη πάροδο του χρόνου, αφότου η Τουρκία στέλνει και δεύτερο πλοίο γεωτρύπανο , το Yavuz (το Fatih είναι ήδη επιτόπου) στη Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).

Ο Τούρκος πρόεδρος Recep Tayyip Erdogan δεν δίστασε να δώσει έμφαση στη συνοδεία του γεωτρύπανου με φρεγάτες για την προστασία του από κάθε πιθανή εχθρική ενέργεια Η συμφωνία παραγωγής και διανομής για τα ενεργειακά αποθέματα της Αφροδίτης αξίας 9 δις δολαρίων για 18 έτη με την Noble Energy και ο αποκλεισμός των Τουρκοκυπρίων από κάθε κέρδος εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ραγδαία κλιμάκωση της έντασης.

Χρήστος Ζιώγας*: Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ή κατευναστική διολίσθηση;

Η εικόνα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο προσήκει περισσότερο στην εφαρμογή, εκ μέρους της Τουρκίας, μίας στρατηγικής πειθαναγκασμού και αλλαγής του status quo.
Χρήστος Ζιώγας Διδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Παν/μιο
Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ή κατευναστική
EUROKINISSI
Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), ως πρακτική διεθνούς πολιτικής, μας προέκυψαν μετά την ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου του 1987. Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες, μεταξύ των τότε Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας Κάρολου Παπούλια και της Τουρκίας Μεσούτ Γιλμάζ για την υιοθέτηση ΜΟΕ, ξεκίνησαν τον Μάιο του 1988 στην Βουλιαγμένη. Κατόπιν διαπραγματεύσεων, οι δυο πλευρές κατέληξαν στο ομώνυμο μνημόνιο το οποίο προέβλεπε: i) αμφότερα τα μέρη θα αναγνώριζαν το δικαίωμα στη χρήση της ανοιχτής θάλασσας και του διεθνούς εναέριου χώρου. ii) Κατά την διεξαγωγή εθνικών στρατιωτικών δραστηριοτήτων, θα επιδίωκαν την αποφυγή της παρακώλυσης της ομαλής ναυσιπλοΐας και εναέριας κυκλοφορίας. iii) ο σχεδιασμός ασκήσεων, που απαιτούν έκδοση ΝΟΤΑΜ, να υλοποιείται με τρόπο ώστε να αποφεύγεται η απομόνωση περιοχών. iv) Με στόχο την επίτευξη των ανωτέρω, οι δυο πλευρές θα επικοινωνούσαν δια της διπλωματικής οδού.

 

Λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 1988, υπέγραψαν στην Κωνσταντινούπολη ένα δεύτερο μνημόνιο, το οποίο περιείχε τις παρακάτω πρόνοιες. i) Τα πλοία και αεροσκάφη θα δρούσαν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες καλής συμπεριφοράς. ii) Οι ναυτικές μονάδες των μερών θα απείχαν από πράξεις παρενόχλησης. iii) Οι ναυτικές μονάδες επιτήρησης δεν θα παρεμπόδιζαν τα πλοία του άλλου μέρους, κατά διάρκεια ασκήσεων, με ή χωρίς πυρά. iv) Οι πιλότοι των αεροσκαφών των δυο πλευρών θα επιδείκνυαν την ύψιστη προσοχή, όταν θα βρίσκονταν πλησίον σε αεροσκάφος της άλλης πλευράς και δεν θα έκαναν επικίνδυνους ελιγμούς για την ασφάλεια της πτήσης ή της αποστολής τους. v) Οι δυο πλευρές θα ενημέρωναν κατ’ αρχήν η μία την άλλη μέσω διπλωματικών διαύλων, προτού προβούν σε επίσημες δηλώσεις.

Η τριακονταετής πρακτική κατέδειξε ότι τα ΜΟΕ, δεν εφαρμόζονται στη βάση της αμοιβαιότητας, αλλά παραβιάζονται κατά το δοκούν από την Τουρκία χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, ούτε κατά την διάρκεια της παραβίασής τους, ούτε μετέπειτα. Προς αποφυγή παρανοήσεων, εν γένει τα ΜΟΕ αποτελούν εργαλείο που επιδρά θετικά στην πρόληψη κρίσεων, μόνο όταν ισχύουν αμοιβαίως, διαφορετικά λειτουργούν ετεροβαρώς και συνιστούν αυτοπεριορισμό της μίας πλευράς. Προφανώς, η τήρηση των τωρινών ΜΟΕ οφείλει να είναι πρόκριμα για την σύναψη νέων. Εκτός κι αν διαπραγματευόμαστε για την σύναψη νέων διευρυμένων ΜΟΕ, ενώ δεν τηρούνται τα συμφωνημένα. Αν συμβαίνει αυτό, θα συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία˙ είναι περιττό να αναφέρουμε το πώς θα εκλάβει η Τουρκία ένα τέτοιο γεγονός.

Μετά την κρίση των Ιμίων, τον Ιανουάριο του 1996, υιοθετήθηκε από την τότε πολιτική ηγεσία το στρατήγημα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ, ως μέσο εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η βασική του σύλληψη ήταν ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα οδηγούσε την τουρκική εξωτερική πολιτική σε κανονιστικές ατραπούς. Πέραν των λανθασμένων υποθέσεων του εν λόγω στρατηγήματος, είκοσι έτη μετά η ενταξιακή πορεία της Τουρκιάς πνέει τα λοίσθια, αλλά κυρίως η συγκεκριμένη πολιτική εξελίχθηκε σε μία θύραθεν διαδικασία αποδοχής του τουρκικού ηγεμονισμού. Το παράδοξο είναι, ότι αντί να μειώνεται η επιρροή τέτοιων αντιλήψεων, διότι εκλείπει ο βασικός παράγοντας μεταστροφής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής -δηλαδή η διαδικασία εξευρωπαϊσμού της- παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία μία τάση αποδοχής ενός διαρκώς αυξανόμενου τουρκικού ηγεμονισμού. Τόσο ατομικά, όσο και συλλογικά τα βήματα προς την εκλογίκευση και την αποδοχή του τουρκικού αναθεωρητισμού εννοιολογήθηκαν στη βάση κάποιων δήθεν αντικειμενικών κριτηρίων και αμοιβαίων δικαιωμάτων. Βέβαια, η συγκεκριμένη διαδικασία δρομολογήθηκε από την κορυφή προς την βάση της κοινωνίας, συνδιαμορφώνοντας ένα ιδιάζον συλλογικό «σύνδρομο της Στοκχόλμης», σχετικά με την αποδοχή της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας από την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην παρούσα συγκυρία, όπου η Τουρκία αποστασιοποιείται όλο και περισσότερο από το δυτικό στρατηγικό πλαίσιο, οι θιασώτες της αποδοχής του τουρκικού ηγεμονισμού δεν πτοούνται, ούτε από την αυταρχική της μετεξέλιξη, ούτε βέβαια από την επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ δεν χρήζουν μόνο διαφορετικής -της συνηθισμένης- αντιμετώπισης, αλλά αποδομούν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις κυρίαρχες αντιλήψεις των δύο τελευταίων δεκαετιών, σχετικά με την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η μεταστροφή της τουρκικής κοινωνίας και η ανάδειξη ενός νέου -με πιο αμιγή χαρακτηριστικά- τουρκικού αναθεωρητισμού, λογικά θα έκαμπταν τα επιχειρήματα της εν λόγω στρατηγικής. Δύο δεκαετίες μετά τον «εξευρωπαϊσμό» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η εσωτερίκευση της τουρκικής επιθετικότητας στην ελληνική κοινωνία σταδιακά λαμβάνει τη μορφή εκείθεν δικαιωμάτων και ενός εντεύθεν (εξ)ορθολογισμού. Η απευκταία απεμπόληση, σαφών και προσδιορισμένων από το διεθνές δίκαιο, κυριαρχικών δικαιωμάτων ενδέχεται να θεωρηθεί ως έντιμος και δίκαιος συμβιβασμός˙ ίσως και αντι-ιμπεριαλιστική συμφωνία έναντι των αμερικανικών στοχεύσεων.

Χρήστος ΖιώγαςΔιδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Παν/μιο

Ο Τούρκος Πρόεδρος, λόγω της αμετροέπειάς του, βρίσκεται εντός μίας «γεωπολιτικής μέγγενης»˙ όσο χρόνο κι αν κέρδισε ο Ερντογαν έχει να αποφασίσει ανάμεσα στο κόστος που μπορούν να του επιβάλουν οι ΗΠΑ ή αυτού που μπορεί να του επιφέρει η Ρωσσία. Προφανώς, η Ουάσιγκτόν δύναται - και το κάνει ήδη- να του προκαλέσει πολλαπλάσια ζημία. Μία όμως ορθολογική υποχώρηση του Τούρκου Πρόεδρου έναντι των ΗΠΑ, θα του «τσαλακώσει» την εικόνα στο εσωτερικό, πως υποχώρησε έναντι ενός υπέρτερου αντιπάλου. Σ’ αυτήν την άσχημη για την γείτονα συγκυρία, γιατί τέτοια ζέση ανάταξης ή διεύρυνσης των ΜΟΕ, πόσο μάλλον από μία απερχόμενη κυβέρνηση;

Ας μην συγχέουν οι νυν αλλά και οι επόμενοι, αρμόδιοι υπουργοί, την στοχευόμενη προσπάθεια της Άγκυρας να αλλάξει προς όφελός της το status quo στο Αιγαίο και να επιβάλει της θέσεις της στην ανατολική Μεσόγειο, στη βάση των στρατιωτικών συσχετισμών, με την αποφυγή ενός ατυχήματος και μίας κρίσης. Η εικόνα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο προσήκει περισσότερο στην εφαρμογή, εκ μέρους της Τουρκίας, μίας στρατηγικής πειθαναγκασμού – αλλαγή του status quo μέσω της απειλής χρήσης βίας- παρά στην αμοιβαία επιδίωξη αποφυγής ενός ατυχήματος.

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος*: Άμεση ανάλυση για τις σημερινές επιθέσεις στον Κόλπο του Ομάν

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σημερινές επιθέσεις σε δύο τάνκερς τα οποία υπέστησαν σοβαρές ζημιές στον Κόλπο του Ομάν, κοντά στα Στενά του Χορμούζ και 25 ν.μ. από τις Ιρανικές ακτές, ανέβασαν πάλι το «θερμόμετρο» στα ύψη προκαλώντας παγκόσμια πολιτική αλλά φυσικά και οικονομική ανησυχία!

Τα σημερινά περιστατικά για τα οποία οι έρευνες για τις συνθήκες και τα αίτια συνεχίζονται, έλαβαν χώρα όταν όλα έδειχναν, ότι η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο και η μεγάλη ένταση μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν, όδευε προς αποκλιμάκωση παρ’ όλο που κάποιοι τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στην Τεχεράνη επεδίωκαν να την διατηρήσουν.

Κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι την 12 Μάιου είχαν υποστεί ζημιές σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις από δολιοφθορά, τέσσερα τάνκερς στο Λιμάνι Φουτζειράχ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τότε Λευκός Οίκος (Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Μπόλτον), Εμιράτα και Σαουδική Αραβία είχαν δείξει το Ιράν χωρίς όμως και να το κατονομάσουν. Πολλοί τότε μίλησαν και πάλι για μία θερμή σύρραξη που πλησίαζε, δεδομένης της ανάπτυξης σημαντικών επιπρόσθετων αμερικανικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, της υφιστάμενης παρουσίας του 5ου Αμερικανικού Στόλου, αλλά και λόγω της κινητοποίησης των Ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων που φυσικά δεν είναι ευκαταφρόνητες.

Με τις έρευνες όμως να συνεχίζονται και χωρίς έστω βάσιμες αποδείξεις θα ήταν παράλογο να σπεύσουμε να κατηγορήσουμε την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ότι προκάλεσε τις σημερινές «επιθέσεις». Μπορούμε να κατηγορήσουμε την Τεχεράνη για τον αποσταθεροποιητικό ρόλο που παίζει στην Συρία και στο Ιράκ με τις δεκάδες χιλιάδες παραστρατιωτικούς Σιίτες και στην Λωρίδα της Γάζας με την Ισλαμική Τζιχάντ. Μπορούμε επίσης να κατηγορήσουμε το Ιράν για τις ανησυχητικές πυρηνικές φιλοδοξίες και το βαλλιστικό πρόγραμμα του που συνιστά σημαντική απειλή ασφαλείας για το Ισραήλ. Οι Μουλάδες μπορεί να είναι φανατικοί και ως εκ τούτου ιδεοληπτικοί. Στην Τεχεράνη όμως υπάρχουν και άλλα κέντρα με στρατηγιστές που το τελευταίο που θα επιθυμούσαν θα ήταν στην παρούσα φάση μία ενέργεια που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανάφλεξη και θερμή σύρραξη. Κάτι που ναι μεν θα προκαλούσε σοβαρότατες παγκόσμιες συνέπειες αλλά θα οδηγούσε ταυτόχρονα στην αναπόφευκτη ήττα και πτώση του Ιρανικού Καθεστώτος.

Με την Δύση διχασμένη, και τους Ευρωπαίους Συμμάχους των ΗΠΑ να μην ακολουθούν την Ουάσιγκτον στην απόσυρση από την Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα (JCPOA) και στην επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων μια τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε την καθολική πλέον απομόνωση της Τεχεράνης, την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων και σε δεύτερο χρόνο θα έκανε θεμιτή (αποφεύγω την λέξη … «νόμιμη») και την χρήση στρατιωτικής βίας. Το αξιοσημείωτο είναι ότι σήμερα επισκέπτεται την Τεχεράνη ο Ιάπωνας Πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε ο οποίος φέρεται να παίζει διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ/Δύσης. Έτσι είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι πρόκειται για μία προσχεδιασμένη Ιρανική κυβερνητική ενέργεια.

Το μεγάλο ζήτημα όμως είναι ότι ο Πρόεδρος Χασάν Ρουχανί και όσοι τον ακολουθούν που επιδιώκουν αποκλιμάκωση στην ένταση με τις ΗΠΑ και την Δύση μιας και αποδίδει η ηγεμονική τους πολιτική στην περιοχή με αντιπροσώπους (proxies) μάλλον δεν είναι σε θέση να ελέγξουν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Αυτό υπάγεται κατευθείαν στον ουσιαστικό Αρχηγό του Κράτους Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος διόρισε μάλιστα πριν από δύο μήνες ως νέο Διοικητή του, τον 58χρονο Στρατηγό Χοσέιν Σαλαμί και ενώ οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει αυτό το Σώμα ως τρομοκρατική οργάνωση. Από την στιγμή που οι Διοικητές τους το τελευταίο διάστημα έχουν απειλήσει πολλές φορές το τελευταίο δίμηνο για κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ, δεν μπορεί να αποκλειστεί «προβοκάτσια» προερχόμενη από πλευράς τους, όπως δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι πίσω από αυτά τα περιστατικά να κρύβεται οποιοσδήποτε θα επιζητούσε αύξηση των τιμών του πετρελαίου μιας και μόνο σε ένα δίωρο το πρωί είχαμε άνοδο της τιμής Brent κατά 4.8% ή… κάποια κέντρα σε αραβικά κράτη που να θέλουν να «στριμώξουν» ακόμα πιο πολύ το Ιράν μιας και το θεωρούν σοβαρή απειλή των καθεστώτων τους.

Από την άλλη πλευρά η συγκρατημένη αντίδραση των ΗΠΑ μέχρι αυτές τις ώρες δείχνει ότι το Πεντάγωνο αλλά και το Αμερικανικό ΥΠΕΞ εξισορροπούν την πολεμική ρητορική του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον. Αυτό μας κάνει να αισιοδοξούμε ότι θα αποφευχθεί νέα κλιμάκωση, τουλάχιστον σε αυτήν την φάση με ανεπιθύμητες σοβαρότατες αρνητικές συνέπειες όχι μόνο για την ευρύτερη Μέση Ανατολή αλλά για ολόκληρο τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά που λέμε και γράφουμε όλοι μας σήμερα, είναι σε επίπεδο θεωρίας και πρώτων εκτιμήσεων καθόσον δεν έχουμε όλα τα δεδομένα μίας «πολυπαραγοντική συνάρτηση». Οι συνεχιζόμενες έρευνες πιστεύουμε ότι μπορούν να αποκαλύψουν πολλά έτσι ώστε σε δεύτερο χρόνο να έχουμε ασφαλέστερες εκτιμήσεις.

*Ο Αντιστράτηγος ε.α Κωνστατίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal»

 

Ιπποκράτης Δασκαλάκης: Πικρές αλήθειες για τα ελληνοτουρκικά

Η τουρκική πολιτική, εκπορεύεται από το στόχο ανάδειξης της σε μεγάλη δύναμη.

Η γειτονική μας Τουρκία έχει επιδοθεί τα τελευταία 3 χρόνια σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση των διεκδικήσεων σε βάρος μας και των αντίστοιχων προκλήσεων. Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι ευκαιριακή και οφείλεται στην ωρίμανση συνθηκών και προϋποθέσεων που δημιουργήθηκαν κατόπιν συστηματικών σχεδιασμών και πολύχρονων βημάτων της Άγκυρας. Ως εκ τούτου οποιαδήποτε δική μας συσχέτιση των προκλήσεων, με δημόσια πρόσωπα, κόμματα, πολιτικές ισορροπίες και διεθνείς σχέσεις της Άγκυρας είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Αναμφισβήτητα ο χρόνος εκδήλωσης ορισμένων εξ’ αυτών των προκλήσεων, επηρεάζεται από τις εσωτερικές και εξωτερικές περιστάσεις αλλά η γενικότερη σχεδίαση και εκτέλεση τους, εξυπηρετούν τους σταθερούς και μακροχρόνιους στόχους της γείτονος.

Η έξαρση των, σε βάρος μας διεκδικήσεων, ενισχύεται και από την αίσθηση που διακατέχει την Άγκυρα σχετικά με την εκατέρωθεν του Αιγαίου, ισορροπία ισχύος. Οποιαδήποτε σκέψη περί αυτόβουλης τουρκικής αναδίπλωσης και επιστροφής σε σχέσεις καλής γειτονίας με βάση το διεθνές δίκαιο, αποτελεί επικίνδυνη ματαιοπονία. Πλέον, η τουρκική πολιτική, εκπορεύεται από το στόχο ανάδειξης της σε μεγάλη δύναμη, ανάλογη της Βρετανίας-Γαλλίας και με κυρίαρχο περιφερειακό ρόλο σε Ανατολική Μεσόγειο-Βαλκάνια-Καύκασο και Μέση Ανατολή. Ο στόχος αυτός -αλλά και οι απαιτούμενες θυσίες- είναι αποδεκτός από τον τουρκικό λαό και ταυτίζεται με τις επιδιώξεις των ελίτ της χώρας.Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη αυτών των στρατηγικών επιδιώξεων είναι η συντριβή της Ελλάδος (ελληνισμού με την ευρύτερη έννοια). Συντριβή όχι μόνο με την έννοια μιας συντριπτικής στρατιωτικής ήττας και απώλειας εδαφών αλλά και ως αποτέλεσμα αναγκαστικής παραχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων -υπό την απειλή χρήσεως βίας- και μιας «φινλανδοποίησης» της Ελλάδος.

Η παραπάνω πραγματικότητα έπρεπε να έχει γίνει κατανοητή στην Αθήνα από τα τραγικά γεγονότα του 1955 και να έχει επιλέξει και κυρίως να εφαρμόζει σταθερά, μια κατάλληλη στρατηγική αντιμετώπισης της Άγκυρας. Είναι γεγονός, ότι με εξαίρεση ορισμένων περιόδων (κυρίως 1963-1974), η ελληνική (ελλαδική) πολιτική έτυχε μιας ευρείας συγκατάθεσης του συνόλου των κυβερνήσεων και κομμάτων. Παρά ταύτα τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά και η ελληνική αποτροπή δεν υπήρξε αξιόπιστη σε αρκετές περιπτώσεις. Οι προσεκτικές ελληνικές επιλογές απέτρεπαν προσωρινά την όξυνση, χωρίς να διευθετούν οριστικά τα προβλήματα, μεταφέροντας αυτά στο απώτερο μέλλον και υπό δυσμενέστερες συνθήκες ανισορροπίας με την πρωτοβουλία κινήσεων πάντα στην απέναντι πλευρά. Επιπλέον και παρά τη σχετική ομοφωνία στην ελλαδική πλευρά, οι ενέργειες αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας ήταν ασυντόνιστες, ενίοτε ευκαιριακές και σπασμωδικές, βασιζόμενες συχνά σε μια μη ρεαλιστική ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας και των διεκδικήσεων της γείτονος. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι θυσίες αλλά ακόμη και επιτυχημένες κινήσεις του ελληνισμού, δεν μπορούσαν να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα καθόσον δεν εντάσσονταν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξισορρόπησης της Τουρκίας, στους ποικίλους και αλληλένδετους τομείς ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, συχνά καλλιεργήθηκαν αβάσιμες ελπίδες για σωτήρια εμπλοκή τρίτων δυνάμεων υπέρ ημών, ενώ υπερτονίστηκε η σημασία του διεθνούς δικαίου. Η παραπάνω ουτοπική και συνάμα καταστροφική επιλογή, ουσιαστικά απορρίπτει τη βασική αρχή του ρεαλισμού, την αυτοβοήθεια και συγχρόνως δημιουργεί μια βολική δικαιολογία μη αντίδρασης και εν συνεχεία απόρριψης των ευθυνών σε τρίτους.

Δικαιολογημένη η επί δεκαετίες προσπάθεια αποφυγής πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία, εμπλοκή που ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων θα οδηγούσε σε σημαντική οπισθοδρόμηση αμφότερες τις χώρες. Επιλογή που γίνεται περισσότερο καταφανής και αναπόφευκτη την τελευταία δεκαετία καθώς η ουσιαστική οικονομική χρεοκοπία της Ελλάδος την έχει καταστήσει αιχμάλωτη πιστωτικών ιδρυμάτων, κρατικών τραπεζών, εταίρων, θεσμών, δημοσιονομικών περιορισμών και των απρόβλεπτων αγορών. Ακόμη και ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο είναι ικανό να αναστρέψει οποιαδήποτε κίνηση ανάτασης της οικονομίας και να εκμηδενίσει τα πολύτιμα έσοδα του τουρισμού. Φυσικά τα παραπάνω δεν αποτελούν αιτία αδράνειας αλλά μόνο βάση κατανόησης της πραγματικότητας, ρεαλιστικού σχεδιασμού και μιας επίμονης εθνικής προσπάθειας ανατροπής της δυσμενούς κατάστασης.

Ορθά οι κυβερνήσεις έχουν εστιάσει στη δημιουργία πολυμερών επαφών-συνεργασιών σε διαφόρους τομείς στην Ανατολική Μεσόγειο ελπίζοντας όμως ότι έχουν επίγνωση των πραγματικών δυνατοτήτων και ορίων αυτών. Ορθά η Ελλάδα, έχοντας απολέσει ανεπιστρεπτεί τις ευκαιρίες δυναμικών αντιδράσεων, επιλέγει μια πολιτική αυτοσυγκράτησης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ακόμη και κατευναστική. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο κατευνασμός, όπως και οι υποχωρητικές επιχειρήσεις στον στρατιωτικό ελιγμό, είναι αποδεκτές ενέργειες -συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα- μόνο όταν εξυπηρετούν το βασικό αντικειμενικό μας στόχο και δεν αποτελούν μια συνεχιζόμενη επιλογή εν αναμονή του «από μηχανής θεού». Στην τελευταία περίπτωση, η κατευναστικές κινήσεις αποτελούν την εγγύηση επέλευσης του χείριστου αποτελέσματος.

Ευρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια σύντομη προεκλογική περίοδο. Θέματα που αφορούν την άμυνα και την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας προφανώς δεν θα τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη αναφορά σε αμυντικά θέματα θα εστιάζεται σε σκανδαλολογία, αδράνεια περί την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων και ρουσφετολογικές επιλογές. Η ουσία του προβλήματος δεν πρόκειται να τεθεί. Μια αισιόδοξη απάντηση επί της ουσιαστικής αποφυγής παρόμοιων πολιτικών συζητήσεων έχει να κάνει με την ευαισθησία αυτών των θεμάτων και την προσπάθεια διατήρησης τους εκτός της ατζέντας της πολιτικής «κοκορομαχίας».

Μια άλλη θέση υποστηρίζει την έλλειψη συγκεκριμένων θέσεων των κομμάτων και κυρίως της θέλησης τους να καταστήσουν το λαό, κοινωνό του μεγέθους του προβλήματος και να θέσουν υπόψη του την ανάγκη λήψεως ριζικών αποφάσεων με πολύπλευρο κόστος. Βεβαίως υπάρχει και η τρίτη άποψη που υποστηρίζει ότι οι μακροχρόνια κυβερνούσες ελίτ των Αθηνών έχουν αποδειχθεί την αναγκαιότητα αποφυγής σύγκρουσης, με οποιοδήποτε κόστος και δικές μας σημαντικές υποχωρήσεις σε πληθώρα θεμάτων και έχουν εμπιστευθεί «φίλους και συμμάχους» να προβούν στις κατάλληλες διευθετήσεις σε τόπο, χρόνο και μέθοδο. Δύο τα μεγάλα προβλήματα αυτής της -απευκταίας κατά την εκτίμηση μου- περίπτωσης, αφενός η Τουρκία δεν υπόκειται πλέον στον επιθυμητό βαθμό ελέγχου των μεγάλων δυνάμεων και αφετέρου, οποιαδήποτε παραχώρηση σε βάρος μας απλά θα επιτείνει τις «ορέξεις» της, μη διασφαλίζουσα την πολυπόθητη ειρηνική συμβίωση. Σε μια τέτοια εξέλιξη η ετεροβαρής για εμάς, Συμφωνία των Πρεσπών, φοβάμαι ότι θα αποτελέσει μια απλή παρανυχίδα. Φυσικά σε κάθε ερώτηση πολλαπλής επιλογής υπάρχει και η απάντηση «άπαντα τα ανωτέρω» που μάλλον επιβεβαιώνει τη σύγχυση και ατολμία των ελίτ αυτής της χώρας.

Το αμείλικτο ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχουν υλοποιήσιμες προτάσεις εξόδου από τη δύσκολη αυτή θέση. Ουδείς είναι σε θέση να εγγυηθεί την επιτυχία μιας πολιτικής μακροχρόνιας στόχευσης που εξαρτάται από πολλούς και μη ελεγχόμενους παράγοντες. Ουδείς αμφισβητεί ότι η οικονομία είναι ο κινητήριος μοχλός που θα επιτρέψει την πραγματοποίηση των αναγκαίων εξοπλιστικών προγραμμάτων σε στενή όμως ισορροπία με την εξασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας άρα και συνοχής. Αναμφίβολα οι διακρατικές κινήσεις συνεργασίας σε όλους του τομείς και προς κάθε κατεύθυνση, πρέπει να συνεχιστούν και ενταθούν. Είναι όμως απόλυτη προτεραιότητα να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατόν, ταχύτερη αναβάθμιση της μαχητικής ισχύος και μερική εξισορρόπηση ισχύος Ελλάδος-Τουρκίας. Παρά το κόστος, πρέπει να προχωρήσουν άμεσα επιλεγμένες προμήθειες υλικών και ανταλλακτικών για ανανέωση βασικών πολεμικών μονάδων και μερική άρση ακινησίας που έχει ανέλθει σε απαράδεκτα ποσοστά.

Έχει αποδεχθεί ότι η συμμετοχή σε διακρατικά προγράμματα μεγάλου μεγέθους και συμμετοχών, με ικανό αριθμό προς απόκτηση οπλικών συστημάτων και σε βάθος χρόνου, εξασφαλίζει (συνήθως) την ομαλή εκτέλεση τους, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη στήριξη της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας και την εν συνεχεία υποστήριξη. Ομοίως είναι ζωτική ανάγκη να επέλθουν σημαντικές αλλαγές στη δομή δυνάμεων, στη θητεία, στην εκπαίδευση, στην εφεδρεία και στην εξέλιξη των στελεχών. Ο αντίπαλος εκπαιδεύεται σε πολεμικές συνθήκες στα διάφορα πολεμικά μέτωπα και εμείς έχουμε εστιάσει στο κοινωνικό έργο του στρατεύματος και στην «επίδειξη εξωστρέφειας». Άπαντα αποδεκτά και απαραίτητα αλλά συχνά χάνουμε την αίσθηση του μέτρου και για διαφόρους λόγους αδυνατούμε να αποδεχτούμε τα αναπόφευκτα κόστη της απόκτησης και διατήρησης ετοιμοπόλεμων και αποτελεσματικών ενόπλων δυνάμεων. Σίγουρα υπάρχουν οι επαγγελματίες εκείνοι, στον ευρύτερο αμυντικό χώρο, που μπορούν να προχωρήσουν στη σχεδίαση και εφαρμογή των απαραίτητων βημάτων.

Προέχει όμως να υπάρξει, η εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας και με ευρύτερη κομματική συγκατάθεση, αποδοχή της αναγκαιότητας αμυντικής αναβάθμισης και ανάληψης του κόστους που αυτή συνεπάγεται (πάντα στα όρια των οικονομικών μας δυνατοτήτων), εξασφάλιση ευρείας λαϊκής αποδοχής (συνυπολογίζοντας τη μακροχρόνια κόπωση της κοινωνίας), ανακατανομή κονδυλίων του προϋπολογισμού με μακροχρόνιο καθορισμό ποσών για την άμυνα και αυστηρή υιοθέτηση και εφαρμογή των προτάσεων που θα υποδειχθούν από τους εμπειρογνώμονες, πάντα στο πλαίσιο των αρχών και κατευθύνσεων που θέτει η εκλεγμένη κυβέρνηση. Οι παραπάνω αρχές θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν και συντονιστούν κάτω από μια ρεαλιστική πολιτική εθνικής άμυνας που θα εξυπηρετεί τους μακροχρόνιους εθνικούς στόχους και θα γίνει κτήμα των κομμάτων εξουσίας, οδηγός των ενεργειών τους και με τις απαραίτητες αποφάσεις να λαμβάνονται με μια συναινετική διαδικασία και με δικλείδες ασφαλείας. Βεβαίως επανερχόμαστε στα θέματα της ύπαρξης πολιτικής κουλτούρας συνεννόησης, υπεροχής της μακροχρόνιας στόχευσης έναντι της βραχυχρόνιας και πρωτοκαθεδρίας του εθνικού έναντι του κομματικού-ατομικού συμφέροντος, δηλαδή σε θέματα ευρύτερης παιδείας!

Επιπλέον, ο περήφανος ελληνικός λαός θα πρέπει να κατανοήσει ότι για την εξασφάλιση των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, Αιγαίο και οπουδήποτε αλλού, θα απαιτηθούν σημαντικές και σε βάθος χρόνου επενδύσεις, σε μέσα και προσωπικό, τα οποία παρά την καλή θέληση των οποιοδήποτε κυβερνώντων θα επιβαρύνουν τα ήδη μειωμένα οικονομικά των νοικοκυριών. Ενδεικτική όμως των προθέσεων, όλων σχεδόν των κομμάτων, είναι η αποστροφή αναφορών σε δυσάρεστα αντικείμενα -όπως της άμυνας- και εστίαση σε παραχολογίες και ανούσιες αλληλοκατηγορίες. Καίτοι έχουμε καταστεί -συλλογικά και ατομικά- ικέτες «επιδομάτων» πρέπει να κατανοήσουμε τα κρίσιμα διλήμματα και να λάβουμε τις ανάλογες αποφάσεις. Δυστυχώς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και ουδείς ξένος πρόκειται να διακινδυνεύσει τα παιδιά του για τα δικά μας συμφέροντα.

Αλληλένδετα λοιπόν όλα τα θέματα και αλληλοεπηρεαζόμενα. Εφικτή λοιπόν η αλλαγή κατευθύνσεως; Η ιστορία του λαού μας ευτυχώς αποδεικνύει το ανεξάντλητο των ανακλαστικών και δυνατοτήτων επιβίωσης του αλλά δυστυχώς και την ενεργοποίηση τους μετά από μια καταστροφή. Έχοντας γευθεί αρκετές την τελευταία εκατονταετία, παράλληλα όμως και με αρκετές επιτυχίες, ας ελπίσουμε να αποφύγουμε τη οδυνηρή δοκιμασία άλλης μιας καταστροφής για ενεργοποίηση των σωτήριων ανακλαστικών μας. 

BESA: Putin’s Turkish Gambit

BESA Center Perspectives Paper No. 1,195, June 9, 2019

EXECUTIVE SUMMARY: The first-ever NATO member state to shoot down a Russian military jet has willingly fallen in line with Vladimir Putin’s “Turkish Gambit,” a strategy designed to drive a deep crack into the NATO alliance.