Μια Ελληνίδα της Πόλης θυμάται τον 9 χρονο εαυτό της στην πιο μαύρη μέρα του Ελληνισμού στην Τουρκία ― και τα διηγείται στην κόρη της, δεκαετίες μετά.
Γενί Τσαρσί – Αγά Χαμάμ, 6 Σεπτεμβρίου απόγευμα, 1955
«… Όταν έγινε ό,τι έγινε ήμουν 9 χρονών. Θυμάμαι λίγα, που εμένα μου φαίνονται κάποτε πολλά, κάποτε στενοχωριέμαι που δεν τα θυμάμαι όλα. Πολλά, γιατί είναι η κλωστή που μας έφερε μέχρι εδώ, μέχρι την απέλασή μας το 1964. Λίγα, γιατί ξεθώριασαν ονόματα και άνθρωποι και συγγενείς και μέρη που πηγαίναμε και φαγητά και γεγονότα.
Από το Τύνελ μέχρι το Ταξίμι, βρίσκονταν τα πιο καλά, τα πιο ωραία μαγαζιά της Πόλης εκείνη την εποχή. Το Vakko με τα πιο όμορφα υφάσματα που είχες δει ποτέ και με είδη ρουχισμού, το Μπαϊλάν στο Μπέιογλου, το πιο μπερικετλίδικο ζαχαροπλαστείο, το Χατζιμπεκίρ που είχε τα πιο ονομαστά λουκούμια, γεμιστά με καϊμάκι μέσα, το Ιντζί με τα προφιτερόλ, αυτό ήταν σε κάποιο στενό που τώρα πια δεν θυμάμαι, το Crystal με κρυστάλλινα είδη, ένα ανθοπωλείο που δεν θυμάμαι πώς το λένε πια. Είχε τους πιο όμορφους λαλέδες (σ.σ.: τουλίπες) και τις πιο μεγάλες ορχιδέες. Δεν ξανάδα ποτέ τέτοιες. Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Τούρκοι έμποροι, οι καλύτεροι του εμπορίου είχαν μαγαζιά εκεί.
Στο ισόγειο ήταν τα γραφεία, τον πρώτο όροφο τον νοικιάζανε και στον δεύτερο έμενε το ζευγάρι. Στην πίσω πλευρά βρισκόταν το εργοτάξιό του. Την είσοδο καπάκωνε μία τεράστια σκαλιστή ξύλινη πόρτα. Πάνω της ήταν καρφωμένα δύο μεγάλα χέρια μπρούτζινα για να χτυπάς. Μ’ άρεσε να χτυπάω την πόρτα μ’ αυτά και τότε δεν έφτανα καν μέχρι εκεί για να το κάνω, έπρεπε κάποιος να με σηκώσει.

Και στο αρχοντικό και στο εργαστήριο, υπήρχαν δύο Τούρκοι καπουτζήδες (σ.σ.: θυρωροί), πολύ καλά παιδιά που δούλευαν εκεί, έμεναν μέσα και ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξη των κτιρίων. Ο Μεχμέτ, που αν θυμάμαι καλά ήταν Κούρδος, και ο Σαλίχ. Και οι δύο οπλοφορούσαν. Όλα τα άλλα τα θυμάμαι θολά, μέχρι την ώρα που ακούσαμε τις κραυγές του όχλου που πλησίαζε και πλέον κατέφθανε στον δικό μας δρόμο. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να με τραβάει από το μπαλκόνι και σηκωτή να με βάζει μέσα. Είχα πεταχτεί έξω να δω τι συμβαίνει. Όλοι μας. Τους βλέπαμε από τα μπαλκόνια. Ταξίμι, Μπέιογλου (σ.σ.: Πέρα), Γαλατά Σαράι, Τύνελ ήταν γεμάτα από πλήθος που είχαν φέρει από τα βάθη της Ανατολής. Όλες οι γυναίκες υπάκουσαν στο να μη πλησιάσουν στα τζάμια και όλα έκλεισαν βιαστικά, παντζούρια και φύλλα μπαλκονόπορτας.
Οι κραυγές είχαν δυναμώσει, εκείνο το κομμάτι του όχλου ήταν πια κάτω από το σπίτι μας και ωρυόταν να μάθει σε ποιον ανήκει το οίκημα. Απειλούν ότι θα το σπάσουν, αν δεν πάρουν απάντηση από τον καπουτζή. Ακούγαμε τη φωνή του, πολύ ήρεμη, να τους λέει: «Δεν πειράζετε τίποτα εδώ. Εδώ δεν μένουν ξένοι, μένουν και εργάζονται Τούρκοι. Όποιος τολμήσει να περάσει θα περάσει από πάνω μου».

Ταξίμι, 1954, Θεόδωρος Βουτσάνης, ο πατέρας μου. Το να πεις ότι ήταν από τους πρώτους που έφερε λέβητες και σωληνώσεις στις οικοδομές της Πόλης εκείνη την εποχή, σήμερα ίσως να μη λέει τίποτα.
“Hoşgeldiniz, sonra! Olürüz, ölürler” (μτφ: «Καλώς ήρθατε, λοιπόν. Πεθαίνουν αυτοί, πεθαίνουμε κι εμείς»). Είχε γυρίσει το όπλο προς τη φιάλη και σημάδευε. Λίγο αργότερα είχε πει στον μπαμπά μου ότι είχε προλάβει να δει τι έκαναν στο Πέρα και ήταν το μόνο που σκέφτηκε σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Γι’ αυτό άφησε τη μια μπουκάλα έξω.

«Η νονά μου, η Έλλη, αδελφή του πατέρα μου. Ίσως από τις πιο κομψές γυναίκες της πόλης εκείνη την εποχή, αυτό που λέγανε τότε «θεωρητικές».
Δεν βγήκαμε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Με χίλιες προφυλάξεις, επιστρέψαμε στο Αγά Χαμάμ το επόμενο μεσημέρι. Θυμάμαι τη μητέρα μου να βγάζει το μαντίλι που συνήθως φορούσε στον λαιμό και να βάζει ένα πεσκίρι (σ.σ.: πετσετάκι) για να της συγκρατεί τον ίδρωτα που έτρεχε ποτάμι.

«Οι γυναίκες ήταν αλλιώς. Ούτε σεμνότυφες, ούτε ελαφρές. Είχε αρχίσει να σιάχνεται η εικόνα μιας ωραίας δυνατής ντάμας που ήξερε απ’ όλα: από το σπίτι κι από τη ζωή».
Πρώτη φορά ένιωσα να μας μισούν, χωρίς να καταλαβαίνω ποιοι, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί. Οι άνθρωποι αγαπιούνταν μεταξύ τους εκεί, Τούρκος, Έλληνας, δεν είχε διαφορά. Υπήρχε προκοπή και αγάπη για το ωραίο. Γινόταν ζήτημα γιατί ένα παιδί έτρωγε κάτι και δεν έτρωγε και το διπλανό. Γιατί ο φιόγκος στα μαλλιά ήταν από εκείνη την κορδέλα κι όχι από την άλλη. Ο παππούς μου, ο Κωνσταντίνος, ήταν γευσιγνώστης κρασιών και κονιάκ και έμπορος μπαχαρικών. Ήταν από τους λίγους που εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε με παϊτόνι (σ.σ.: άμαξα με άλογο) και είχε συναλλαγές με το Κάιρο. Υπήρχε άνεση, αλλά όχι επιδειξιμανία. Δεν ξιπάζονταν οι άνθρωποι, αλλά ζούσαν καλά. Και ήθελαν κι ο διπλανός, ο γείτονας, ο υπάλληλος, ο φίλος να ζει καλά. Όλο αυτό πήρε να αλλάζει εκείνη τη μέρα. Το πόσο μακριά θα πήγαινε η αλλαγή εγώ το έζησα, λίγα χρόνια μετά, με την απέλαση (το 1964). Αφήσαμε τα πάντα εκεί, τίποτα δεν ήταν το ίδιο, τίποτα δεν διορθώθηκε μέχρι σήμερα, νομίζω. Ταξίμι, 1954, Θεόδωρος Βουτσάνης, ο πατέρας μου. Το να πεις ότι ήταν από τους πρώτους που έφερε λέβητες και σωληνώσεις στις οικοδομές της Πόλης εκείνη την εποχή, σήμερα ίσως να μη λέει τίποτα.

«Απ’ όπου περάσαμε για να γυρίσουμε στο Αγά Χαμάμ, σπασμένα μαγαζιά και ζημιωμένες εκκλησίες. Είχανε βγάλει τα τόπια με τα υφάσματα στον δρόμο και τα σκίζανε με τα μαχαίρια, παντού πολύχρωμα κομματάκια πανιά, μικρά μικρά πάνω σε κρύσταλλα και εμπόρευμα από τα μαγαζιά που σπάσανε. Λόφοι ολάκεροι από καταστροφή».