Ιπποκράτης Δασκαλάκης*: Το Σύνθετο Πρόβλημα της Ελληνικής Αεράμυνας

Η διαμόρφωση του ελληνικού επιχειρησιακού περιβάλλοντος ανέκαθεν δημιουργούσε προβλήματα στην επαρκή αντιαεροπορική προστασία ειδικά των έμπροσθεν ανεπτυγμένων τμημάτων του Στρατού Ξηράς έναντι της εκ Βορράς επιβουλής (στο παρελθόν) αλλά και σήμερα στα ανατολικά σύνορα μας.

Επιπρόσθετα, η σχετική αεροπορική υπεροχή που απολαμβάνουν οι δυτικές δυνάμεις κατέστησε μη ζωτική προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας κλασσικής αντιαεροπορικής «ομπρέλας» για τις μονάδες των πρόσω με ότι αυτό συνεπάγεται για τα αντίστοιχα προϊόντα των αμυντικών βιομηχανιών.

Μεγαλύτερη προσοχή δίδεται σήμερα στην αντιμετώπιση βαλλιστικών απειλών, ειδικά κατά ζωτικών στόχων -στρατιωτικών αλλά και μη- παρά στην κλασσική αντιαεροπορική κάλυψη των μαχόμενων τμημάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυτική αμυντική οικογένεια, εδώ και δεκαετίες έχει δώσει μεγαλύτερη προτεραιότητα στην ανάπτυξη των αεροπορικών συστημάτων (φορέας και φερόμενα συστήματα) παραμελώντας σταδιακά την αντιαεροπορική προστασία των χερσαίων τμημάτων. Στην άλλη πλευρά του λόφου, ο ανατολικός κόσμος και για συγκεκριμένους λόγους, βασίστηκε σε μεγάλες ποσότητες αλληλοκαλυπτόμενων αντιαεροπορικών συστημάτων ικανών να παρέχουν ισχυρή αντιαεροπορική κάλυψη σε κινούμενες χερσαίες μονάδες. Η «δια αντιπροσώπων» αναμέτρηση δυτικών αεροπορικών μέσων με ανατολικής προέλευσης αντιαεροπορικά συστήματα μάλλον γέρνει υπέρ των πρώτων παρά την ύπαρξη ανατροπών και αιφνιδιασμών.

Βέβαια, οι δυτικές χώρες έχουν και αυτές προχωρήσει σήμερα στην κατασκευή και χρήση ικανότατων (αλλά και πανάκριβων) αντιαεροπορικών – αντιβαλλιστικών συστημάτων κυρίως όμως για την προστασία ζωτικών στόχων συμπεριλαμβανομένων και των πολυτιμότατων πολεμικών πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι οι εξελίξεις-αναβαθμίσεις των αεροπορικών μέσων και τακτικών λαμβάνουν χώρα ταχύτερα από τις αντίστοιχες αντιδράσεις στην αεράμυνα με αποτέλεσμα τα αντιαεροπορικά συστήματα να «υποβαθμίζονται» επιχειρησιακά ταχύτερα από τα αντίπαλα «συνομήλικα» αεροπορικά μέσα.

Τελικά για άλλη μια φορά το στοιχείο του κόστους έναντι της αποτελεσματικότητας επεισέρχεται στην προμήθεια και ανάπτυξη των οπλικών συστημάτων. Με την γλώσσα των αριθμών, η αποτελεσματική αντιαεροπορική προστασία ενός σύγχρονου άρματος μάχης, ανεπτυγμένου στην πρώτη γραμμή, μάλλον έχει υπερβολικό κόστος ειδικά άμα συγκριθεί με το κόστος της απειλής (πχ UAV, βλήμα stand-off). Αν μάλιστα προσμετρήσουμε και τον κίνδυνο της αιφνιδιαστικής ή λόγω εγγύτητας καταστροφής ενός πανάκριβου προωθημένου αντιαεροπορικού-αντιβαλλιστικού συστήματος, αντιλαμβανόμαστε ότι η ικανοποιητική προστασία των χερσαίων δυνάμεων εγγύς της γραμμής αντιπαράθεσης είναι ένα δύσκολο και δαπανηρό έργο.[1] Η παρατήρηση αυτή δεν αποκλείει αφενός την ανά περίπτωση επιλογή κοστοβόρων λύσεων για κάλυψη ζωτικών επιχειρησιακών αναγκών και αφετέρου την εξεύρεση ισορροπημένων ικανοποιητικών λύσεων με εκμετάλλευση της τεχνολογίας και ορθών δογμάτων δράσης.

Ο Ελληνικός Στρατός δυστυχώς βασίζεται σήμερα σε -μεγάλο μέρος- σε ξεπερασμένα αντιαεροπορικά συστήματα. Συστήματα σχεδίασης 50 ετών πίσω και με ανύπαρκτες ή περιορισμένες αναβαθμίσεις. Το σύστημα κατευθυνομένων βλημάτων (Κ/Β) «Hawk» έχει πλέον εξαντλήσει επιτυχώς ακόμη και το προσδόκιμο ζωής που προσέφερε ο πολυσυζητημένος εκσυγχρονισμός στη Φάση ΙΙΙ στις αρχές του 2000. Παράλληλα, η εκ κατασκευής και σχεδίασης περιορισμένη κινητικότητα περιορίζει τις δυνατότητες επιβίωσης στο σύγχρονο πεδίο της μάχης ακόμη και σε ασφαλείς και αλληλοϋποστηριζόμενες τοποθεσίες του εσωτερικού. Τα κατευθυνόμενα βλήματα και τα radars ανίχνευσης και εμπλοκής του συστήματος «Hawk» καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν αεροπορικές απειλές μεταγενέστερων δεκαετιών, υψηλής αντοχής σε αντίμετρα και πολλαπλών ικανοτήτων αποφυγής της εμπλοκής και κατάρριψης τους. Στο πρόσφατο παρελθόν προτάθηκαν ριζικοί εκσυγχρονισμοί με χρήση νέων βλημάτων «συγγενικών» με υπάρχοντα ήδη στην Πολεμική μας Αεροπορία (σε διαμόρφωση αέρος-αέρος). Ενδεχομένως μάλιστα το σύγχρονο κέντρο διευθύνσεως πυρός (Fire Direction Center-FDC) των συστημάτων «Hawk» να μπορεί να αξιοποιηθεί ικανοποιητικά και σε άλλες διαμορφώσεις-αποστολές.

Αντίστοιχα προβλήματα παλαιότητας και αξιοπιστίας αντιμετωπίζουν και τα ανατολικής προέλευσης συστήματα «Osa-AK» που καλούνται μάλιστα να δράσουν σε περιοχές εγγύς του εχθρού. Παρά την σχετική κινητικότητα τους αποτελούν ευδιάκριτους στόχους (οπτικά, θερμικό ίχνος, ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές) με χαμηλή πιθανότητα επιβίωσης έναντι των συγχρόνων μεθόδων καταστολής της αεράμυνας. Αμφότερα δε τα συστήματα, «Hawk» και «Osa», απαιτούν υψηλές ανάγκες συνεχούς υποστήριξης με αντίστοιχα υψηλή στελέχωση. Ειδικά η τεχνολογία των «Osa-AK» καθιστά ανέφικτη την επιζητούμενη αυτοματοποιημένη διασύνδεση με τα λοιπά μέσα του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου (ΣΑΕ) της χώρας.

Ορθά θα μπορούσε να παρατηρήσει ο καλόπιστος αναγνώστης ότι η αποτελεσματικότητα της αντιαεροπορικής άμυνας σε ένα συγκεκριμένο χερσαίο χώρο δεν είναι μια απλή αντιπαράθεση των χαρακτηριστικών των αντιπάλων συστημάτων αλλά μια πιο σύνθετη εξίσωση με αρκετούς επιπλέον παραμέτρους να επεισέρχονται (λοιπά αντιαεροπορικά όπλα, ενοποιημένη αεράμυνα, εκπαίδευση, δόγμα, προστατευόμενοι στόχοι, συνέργεια λοιπών κλάδων). Παρά ταύτα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα προαναφερθέντα δύο αντιαεροπορικά οπλικά συστήματα -ως είναι σήμερα- έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες τους. Τυχόν άμεση δρομολόγηση απόσυρσης τους θα εγείρει εύλογα ερωτήματα περί καλύψεως του δημιουργούμενου κενού. Παραταύτα θα τολμούσα να αναφέρω ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενο επιχειρησιακό όφελος δεν δικαιολογείται πλέον από το κόστος διατήρησης τους. Βέβαια τυχόν απόσυρση τους από ευαίσθητους χώρους ενδεχόμενα να μπορεί να προβληθεί ως κίνηση «καλής θελήσεως» διασφαλιζομένης αντίστοιχης χειρονομίας από την άλλη πλευρά.[2] Μια ανάλογη κίνηση ενέχει σημαντικό ρίσκο και θα πρέπει να σταθμιστεί προσεκτικά καθώς καθιστά δυσκολότερη (διπλωματικά) μια μελλοντική (επιβεβλημένη) προώθηση ενός νέου αντιαεροπορικού συστήματος.

Τα συστήματα «Tor-M1» σίγουρα αποτελούν μια πιο αξιόπιστη λύση για την αντιαεροπορική προστασία των μαχόμενων δυνάμεων με την προϋπόθεση της μέγιστης εκμετάλλευσης της διασύνδεσης, της άρτιας εκπαίδευσης των χειριστών και της επιλογής σύγχρονων δογμάτων χρήσης. Εξυπακούεται ότι αναγκαιεί η συνεχής υποστήριξη και αναβάθμιση τους με μέριμνα του κατασκευαστή με ότι προβλήματα αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Παράλληλα τα φορητά και εποχούμενα συστήματα Κ/Β -παρά το περιορισμένο βεληνεκές τους- αποτελούν αξιόπιστες, σχετικά οικονομικές αλλά και ικανοποιητικές από άποψη επιβιωσιμότητας λύσεις για μια πληθώρα αεροπορικών απειλών.

Η χώρα μας διαθέτει και ικανό αριθμό πυροβολαρχιών Κ/Β «Patriot» εντεταγμένων στην Πολεμική Αεροπορία (να μη ξεχνάμε ότι η τελευταία έχει την ευθύνη της αεράμυνας της χώρας). Οι πυροβολαρχίες αυτές προορίζονται να αποτελέσουν τον σκελετό της αεράμυνας της χώρας σε βάθος και σε περιορισμένες μόνο περιπτώσεις (λόγω αποστολής) θα είναι ικανές να προστατεύσουν άμεσα τις χερσαίες δυνάμεις της πρώτης γραμμής.

Σίγουρα λοιπόν η επιβεβλημένη απόσυρση του συστήματος «Hawk» και «Osa-ΑΚ» θα πρέπει να καλυφθεί από ένα σύγχρονο αντιαεροπορικό σύστημα. Το αποτελεσματικό βεληνεκές του νέου συστήματος πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 χιλιόμετρα σε προσεγγίζοντα αεροσκάφη σχετικά χαμηλού RCS.[3] Παραπλήσια βεληνεκή επιβάλουν την ύπαρξη αξιόπιστου radar ερεύνης και εγκλωβισμού αλλά και συστήματος αναγνωρίσεως στόχου (IFF)[4]. Η ικανότητα προσβολής UAVs[5] -ακόμη και σε διαμόρφωση επιθέσεων κορεσμού- προβάλλει σήμερα επιτακτική γεγονός που ίσως να οδηγεί σε σύστημα που συνδυάζει κατευθυνόμενα βλήματα με πυροβόλο/πυροβόλα υψηλής ταχυβολίας εξειδικευμένων βλημάτων.[6] Πιθανόν ακόμη στο μέλλον να επιλεγεί ως αποτελεσματική η λύση αντιμετώπισης των εχθρικών UAVs με την εκτόξευση χαμηλού κόστους αντίστοιχων συσκευών που θα καλούνται -υπό την καθοδήγηση ενός αντιαεροπορικού συστήματος- να εξουδετερώσουν την απειλή.[7] Παράλληλα, η συνεχής ενδυνάμωση του τουρκικού οπλοστασίου με βαλλιστικά βλήματα εδάφους-εδάφους εισάγει και την παράμετρο της αντιβαλλιστικής ικανότητας σε κάθε αντιαεροπορικό σύστημα. Συνεπώς το νέο σύστημα θα πρέπει να διαθέτει ευρείες δυνατότητες πρόσκτησης νέων δυνατοτήτων και συνεργασίας -σε επίπεδο λογισμικού αλλά και hardware- για εκμετάλλευση των νέων τεχνολογιών.

Το νέο σύστημα θα πρέπει να είναι άμεσα ικανό να διασυνδεθεί με τα λοιπά μέσα του ΣΑΕ αλλά και τα radars και sensors των υπό προμήθεια πολεμικών σκαφών και των υπό αναβάθμιση αεροσκαφών F-16V. Επιπρόσθετα θα κληθεί να υποστηρίξει -δρώντας σε απόλυτο συντονισμό- τις πυροβολαρχίες των Κ/Β «Patriot».[8] Κατά συνέπεια και σε συνέχεια διδαγμάτων του παρελθόντος (δικού μας αλλά και τουρκικού) δεν μπορεί παρά να είναι δυτικής προέλευσης παραβλέποντας ακόμη και τυχόν φημολογούμενες ικανότητες κάποιου τρίτου. Ενδεχομένως να μπορεί να υπάρξει μερική ομοιογένεια μεταξύ των radars, sensors, βλημάτων και επικοινωνιακών πρωτοκόλλων με τα υπό προμήθεια αντιαεροπορικά συστήματα των διαφόρων κλάδων (κυρίως των σκαφών του Πολεμικού Ναυτικού). Ευκταία θα ήταν και η ικανότητα χρήσης του ακόμη και εναντίον στόχων επιφανείας. Πλέον η τεχνολογία προσφέρει συστήματα ανάλογων επιδόσεων που διαθέτουν ευελιξία, χαμηλό ίχνος και μικρές ανάγκες επάνδρωσης. Πέραν των ικανοτήτων, η επιβιωσιμότητα του αναζητούμενου αντιαεροπορικού συστήματος στο απαιτητικό και ιδιόμορφο περιβάλλον των νησιών θα είναι καίριας σημασίας για την επιλογή του. Η αμυντική θωράκιση των νήσων μας είναι και θα παραμείνει για χρόνια απαραίτητη αλλά θα πρέπει να εξελιχθεί με μέσα και τμήματα μικρότερου «ίχνους» αλλά μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και ισχύος και ισορροπώντας (έστω και επικοινωνιακά) στην θολή διαχωριστική γραμμή των εννοιών των δυνάμεων αμύνης και ασφαλείας.

Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν επιδιώξουμε (και πρέπει) την αξιόλογη εμπλοκή ελληνικών εταιρειών στην κατασκευή του υπό προμήθεια συστήματος. Εξυπακούεται ότι ο αριθμός των υπό προμήθεια συστημάτων θα είναι καθοριστικός στην ελληνική συμμετοχή ενώ για άλλη μια φορά το (πραγματικά) επείγον της προμήθειας δρα αρνητικά σε αυτήν την κατεύθυνση.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η υπερδεκαετής αδράνεια μας στο χώρο των αμυντικών εξοπλισμών έχει δημιουργήσει πιεστικές ανάγκες σε όλους τους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων που αδυνατεί να καλύψει ακόμη και ένας -πέραν κάθε πραγματικότητας- τριπλασιασμός των αμυντικών δαπανών. Πράγματι η αεράμυνα, ειδικά του Στρατού Ξηράς, απαιτεί τη δρομολόγηση ορισμένων ενεργειών που θα πρέπει να γίνουν με μεγάλη περίσκεψη καθώς οι προβαλλόμενες απαιτήσεις πρέπει ορθά να προτεραιοποιηθούν και να εξασφαλιστεί η συνέργεια σε μέγιστο βαθμό με τους λοιπούς κλάδους. Να μη λησμονούμε όμως ότι η αεράμυνα είναι ένας τομέας που απαιτεί υψηλές επενδύσεις και η αποτελεσματικότητα της είναι αρκετά αμφιλεγόμενη καθώς υπόκειται σε αιφνιδιασμούς λόγω νέων τεχνολογιών αλλά ακόμη και ένεκα επινόησης και αιφνιδιαστικής χρήσης ευφάνταστων μεθόδων καταστολής αεράμυνας από τον αντίπαλο ειδικά στην περίπτωση που έχει την πρωτοβουλία. Επίσης η παράλληλη επιδίωξη πολλαπλών ικανοτήτων (πχ δυνατότητα προσβολής ποικιλίας στόχων) αφενός οδηγεί σε μείωση ορισμένων επιδόσεων και αφετέρου σε εκτόξευση του κόστους. Κατά συνέπεια η οποιαδήποτε αναβάθμιση των αντιαεροπορικών μας δυνατοτήτων θα πρέπει να λάβει υπόψη της όχι μόνο την εξελισσόμενη μορφή της εχθρικής απειλής[9] αλλά και τη συνολική μορφή του στρατεύματος που θα επιλέξουμε ως την πλέον πειστική, οικονομική και αποτελεσματική απάντηση για την επόμενη δεκαπενταετία.

 

[1] Ενδεικτική και διδακτική είναι η αναμέτρηση αεροπορικών δυνάμεων του Ισραήλ (δυτικής κατασκευής) με τα αντιαεροπορικά συστήματα της Αιγύπτου (ανατολικής κατασκευής) κατά τη διάρκεια του «πολέμου φθοράς» (1967-1970) και του πολέμου του Yom Kippur που ακολούθησε (1973). Μια αντιαεροπορική «ομπρέλα» βασιζόμενη σε ποικιλία αλληλοϋποστηριζόμενων αντιαεροπορικών συστημάτων αποδείχθηκε αποτελεσματική για τις αιγυπτιακές χερσαίες δυνάμεις που δρούσαν υπό την κάλυψη της αλλά σταδιακά εξουδετερώθηκε από τις αιφνιδιαστικές χερσαίες κυρίως ισραηλινές επιδρομές αφήνοντας και πάλι την κυριαρχία των αιθέρων στα χέρια της ισραηλινής αεροπορίας.

[2] Σε μια διαφορετική περίπτωση κρίσεως, κρίση της Κούβας, οι Αμερικανοί –ως αντάλλαγμα- προσέφεραν την απόσυρση των πεπαλαιωμένων (και ήδη σε διαδικασία απόσυρσης) πυραύλων Jupiter από τα εδάφη της Τουρκίας.

[3] Radar Cross Section (RCS), αποτελεί μια διεθνή «μονάδα μέτρησης» των ικανοτήτων των radars να αποκαλύπτουν εναέριους στόχους και παρουσιάζει την επιφάνεια του στόχου που το radar είναι ικανό να εντοπίζει σε διάφορες αποστάσεις

[4] Identification Friend or Foe (IFF), είναι αυτοματοποιημένο σύστημα αναγνώρισης αεροσκαφών (εχθρικό ή φίλιο) που βασίζεται σε ερώτηση-απόκριση μέσω εκπεμπόμενης και επιστρεφόμενης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και χρήση καταλλήλων κωδικών.

[5] Unmanned Aerial Vehicle (UAV), Μη Επανδρωμένο Αερόχημα.

[6] Μιλάμε για μια ικανότητα ανάλογη (στο μέγεθος του εφικτού) με αυτή που παρέχουν τα επικαλούμενα Close In Weapons Systems (CIWS) που εξοπλίζουν τα μεγάλου εκτοπίσματος πολεμικά σκάφη. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι παρόμοιες ικανότητες -επί του παρόντος- είναι πανάκριβες και βρίσκουν εφαρμογή μόνο σε σκάφη-εγκαταστάσεις ζωτικής σημασίας.

[7] Μια παρόμοια τακτική προκρίνεται από πολλούς αναλυτές στο πλαίσιο της παραδοσιακής σχολής σκέψης που αποδέχεται ότι ο αποτελεσματικότερος αντίπαλος ενός άρματος είναι ένα άλλο άρμα, ενός αεροσκάφους ένα άλλο αεροσκάφος κοκ.

[8] Οποιοδήποτε σύστημα αντιαεροπορικής αμύνης μεγάλου βεληνεκούς, όπως τα Κ/Β «Patriot», επιβάλλεται να καλύπτεται από συστήματα μικρότερου βεληνεκούς ικανά να αντιμετωπίζουν στόχους που για διαφόρους λόγους το κύριο σύστημα αδυνατεί να εμπλέξει ή δεν είναι συμφέρουσα η χρήση του.

[9] Λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και τα χειρότερα για εμάς σενάρια, δηλαδή της συνύπαρξης ενός ισχυρότατου στόλου τουρκικών UAVs με τουρκικά αεροσκάφη F35 (ή ακόμη και παραπλήσιων ικανοτήτων αεροσκαφών ανατολικής προέλευσης).

* Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ είναι Αντιστράτηγος (εα), υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) και του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (fainst.eu), διαλέκτης και συνεργάτης στην Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)