Παντελής Γιαννακόπουλος: ΟΙ ΗΜΙΘΕΟΙ

Θεσσαλονίκη, 27/10/2017    

Δονήθηκε η ύπαρξή μου σφόδρα καθώς οι  κουρασμένοι αισθητήρες των ώτων μου συνέλαβαν τους ήχους του εκπληκτικού σε μουσικό ακουστικό κάλλος εθνικοπατριωτικού άσματος "Πάνω κει στης Πίνδου μας τις κορφές". Ρίγη συγκίνησης και περηφάνιας διέτρεξαν την υπνώττουσα ύπαρξή μου και τινάχθηκα ορθός, παλλόμενος σύγκορμα -παρά την ευτραφή σωματοδομή μου- σαν ρικνό φύλλο δάφνης αναρτημένο σε μετάξινη κλωστή.

Ορέ μάνα μου' και να 'μουνα  για λίγα λεπτά ένας ακατάβλητος μαχητής - ανεμοστρόβιλος, ψηλός σα την προεδρική Σεκόγια, να παρελάσω πρώτος στο μάρς του εμβατηριακού παιάνα, ύστερα να περιτυλίξω με τις υδροδυναμικές σπείρες μου όλην την σαθρότητα των τελευταίων ετών και να την εξαφανίσω στις μισγάγγειες των χαραδρών, όπου ανθρώπινα μάτια δεν θα την ξαναντικρύσουν (ποτέ!) και ανθρώπινα ρουθούνια δεν θα εισπνεύσουν την αναδίδουσα δυσωδία της.

Επέστη ο καιρός να απαλλαγεί επί τέλους τούτος ο τόπος από την  κόπρεια όψη του, ώστε να λαμπρυνθούν  και να εκλάμψουν οι γειτονιές και οι ρούγιες του. Να χυθούν τα χαμένα χαμόγελα και τα χρώματα ζωής στους δρόμους και τις πλατείες του. Να απλωθούν οι σπονδές στα μνημεία των ηρώων και ν' ακουστούν τα διαλαλητά στις αγορές και τα θέατρα· εκεί απ΄ όπου ανέδυσαν το φως και η αλήθεια, για να καταυγάζουν εις το διηνεκές τις πολιτισμικές πορείες των λαών, διαχωρίζοντας ανά πάσα στιγμή το στάχυ από την ήρα, το πνεύμα από την ύλη, το λυκαυγές από το λυκόφως. Τα παλληκάρια μας επιτέλεσαν το καθήκον τους το '40, όπως και το '12-'13, όπως κάθε φορά που τους καλεί η πατρίδα, οδηγώντας την αμάχητη θέλησή τους  και τα όπλα των  Ελλήνων τα ιερά και κατήγαγον νίκες λαμπρές κατά προαιωνίων εχθρών, όταν βεβαίως η δολερή διχόνοια αντικαταστάθηκε από την σύνεση, την συνείδηση του καθήκοντος και  την ανάσυρση από το ερμάρι της κοινής  ιστορικής μνήμης (και μοίρας) την συσπειρώνουσα επί των επάλξεων τους πανέλληνες.

Ε, ναι! Με τις σκέψεις αυτές εκεί, στο κάτω μέρος της καρδιάς μου, έπεσαν τα φυλαγμένα επιμελώς δάκρυά μου, χωρίς κραυγές και αλαλαγμούς, ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη των ηρώων, των (σχετικώς) νέων ηρώων και των(σχετικώς) νέων ανθρώπων. Αυτών που στο όνομα των προγονικών τους αξιών δεν διαπραγματεύθηκαν τη ζωή και τα νιάτα τους για μια πορεία ευσχήμου ευδαίμονος ζωής, καθώς εδικαιούντο. Χωρίς δισταγμό συναποφάσισαν να θυσιασθούν πολλαπλώς (η θυσία των νέων είναι πάντα τουλάχιστο διπλή) για τον ίδιο όπως πάντα σκοπό: «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».

Τώρα πια, μαζί με τις Άνοιξες και τα φωτεινά μάτια των παλληκαριών μας, έχουν λιγοστέψει και τα αυγινά (της λαμπερής αυγής) τα πρωινά. Η θυσία τους δεν συνέτισε και δεν συγκίνησε τους εναπομείναντες μηδέ και τους επερχόμενους (τους πατεράδες μας δηλονότι και εμάς), τόσο όσο θα 'πρεπε για να μην επαναλαμβάνονται λάθη ολέθρια και παραλείψεις που συρρίκνωναν και αποδυναμώνουν επικινδύνως τη Χώρα μας. Πώς να χαράξουν οι νέοι μας τους στιλπνούς δρόμους της προόδου, της τιμής και της δόξας με ελλειμματική πίστη στον Ναζωραίο και χωρίς εθνικά ιδανικά; Από την άλλη πάλιν, πως τα γηρατειά που ενδιαιτώνται κατά  τεκμήριο  στο περιθώριό της ζωής, να επηρεάσουν θετικώς τις αποφάσεις των συλλογικών φορέων διαμόρφωσης της κοινωνικής πολιτικής που χαράσσει, σύμφωνα με το …ιδεοληπτικό της staus, η κεντρική εξουσία;

Οι επέτειοι των νικηφόρων τοπικών μαχών αλλά και των συρράξεων ευρείας κλίμακας που χαρακτηρίσθηκαν “ορόσημα” και στις οποίες συμμετείχαν Ελληνόπουλα, είναι αναγκαίον να εορτάζονται κατ' έτος, προκειμένου να συμβάλλουν στις εσωτερικές εκείνες διεργασίες, που καθοδηγούν την άγρυπνη συνείδησή μας, την ακατάβλητη αποφασιστικότητα και τον δόκιμο πατριωτισμό όλων ημών, παλαιοτέρων και νεότερων, διατηρώντας μας σε προ-πόλεμη εγρήγορση. Κατά δε τις μέρες των κρίσεων και των σοβαρών αποφάσεων θα τονώνουν το ηθικό, το σθένος, την αντρειά μας.

«Εκείνοι», οι επίλεκτοι νέοι, «έφυγαν για πάντα από κοντά μας, αλλά δε θα λησμονηθούν», έγραψε  ο ποιητής, «Θα ζωντανεύουν συχνά στη μνήμη μας την υπέρ πατρίδος υπέρβαση, κάθε φορά που ο άνεμος της λευτεριάς και της ελπίδα θα μεταφέρει το μήνυμα του αγώνα στις άλκιμες υπάρξεις των ευπατρίδων για τη στήριξη και υποστήριξη του ορθού, του γενναιόφρονος, του εύψυχου· καθ' ημάς.

Πατούν μαλακά σε άλλην διάσταση οι κεκοιμημένοι ήρωες του έθνους κι’ ακροβατούν μεταξύ απτής πραγματικότητας και ουτοπίας, τάξης και χάους, ευρυθμίας και ακαταστασίας δίνοντας μορφή, νόημα και υπόσταση στην περιπλοκή, την ασάφεια τη σύγχυση, έως ότου προβάλλει μέσα από αλλεπάλληλες πνευματικές διηθήσεις του λαού, το ολοκληρωμένο πρόσωπο της ηθικής γνώσης, καθώς αυτή διακινείται στα καθ' ημέραν δρώμενα των Ελλήνων. Οι ηρωικώς πεσόντες έχουν την εκ Θεού δωρεά της πραγματοποίησης κάποιων θαυμάτων, αλλά και το χάρισμα της πολύσημης παρουσίας τους ταυτόχρονα σε χώρους διαφορετικούς. Με αυτόν τον υπέρλογο τρόπο δηλώνουν διαπρύσιοι παραστάτες και προστάτες της μητέρας μας Ελλάδας, παρέχοντες τις πολύτιμες υπηρεσίες τους τις μέρες των δοκιμασιών…………


Το εμβατήριο είχε μόλις τελειώσει, όμως εγώ συνεπαρμένος ένιωθα να δραστηριοποιούμαι μαζί με άλλους ομοϊδεάτες μου σε πολλά ακόμη ταμπλώ: πεζικάριος οπλοπολυβολητής του '40, ελεύθερος σκοπευτής, οδηγός Jeep, τραυματιοφορέας, γεμιστής πυροβόλου, μάγειρος, ιατρός χειρουργός ΚΙΧΝΕ…… φαντασία, ενθουσιασμός, επιθυμία, εμμονή στον σκοπό που δεν είναι άλλος από την μεγαλουργία της πατρίδας μας. Χάριν του ευλογημένου αυτού τόπου η μπολιασμένη με θείο λόγο ελληνική γη εξακολουθεί να γεννοβολά ακόμη ήρωες.

Ας υμνήσουμε και ας δοξολογήσουμε ενθέρμως τον Κύριο που δεν επέτρεψε, στο πέρασμα των αιώνων, να απολεσθεί ο,τι από το γένος των Ελλήνων συναποτέλεσε το θαύμα του Κόσμου. Ας αναβαπτισθούμε τέλος στη ευωδία του χώρου αθανασίας των πολεμιστών της αρετής και της τόλμης, της ομοίας ακριβώς ευωδίας  με αυτήν των αγίων λειψάνων των μοναστηρίων της Αθωνικής Πολιτείας, καθαγιάζοντας ημάς αυτούς αλλά και τους αυριανούς υπερασπιστές της φυλής με την αύρα των Ιερών Κειμένων που επικυρώνουν την ιερή σύμπραξή τους  με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, ιερουργία που είναι ωφέλιμον και φρόνιμον για την πολιτεία, να επιτελείται εξ απαλών ονύχων.

Είναι πολύ ολίγοι πλέον οι νεοέλληνες, γιατί η περιβεβλημένη με τον διπλό χαλκό φύτρα  των εγγενώς γενναίων προπατόρων τους απαιτεί: λεβεντιά, ελληνική αγωγή, ευπάτρια ανατροφή, πολύπλευρη (γενική) μόρφωση και εξειδικευμένη παιδεία, έννοιες οι  οποίες χαρακτηρίζονται ως ασύμφορες υλοποίησης στη μίζερη εποχή μας. Έτσι, το Μέγα θείον Πνεύμα των Ελλήνων, διέταξε τη μετάπτωσή τους στο γένος των ημιθέων. Για να μην σβήσει ποτέ το μάτι το ελληνικό απ' όπου εκπήγασε και εξακολουθεί να αναδύεται το φώς το αληθινό συντροφιά με μια σκέψη πάντα σοφή και πάντα νέα.