Γρηγόρης Νούσιας*: Ελληνοτουρκικά. Πάμε για κλιμάκωση;

‘‘Η μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν’’. Πίνακας του Ντελακρουά, εμπνευσμένος από το ποίημα του Λόρδου Μπάϋρον, ‘‘Ο Γκιαούρης’’ (ο άπιστος), ο οποίος εκδικείται το θάνατο της ερωμένης του από τον Χασάν. Ποιός αμφιβάλλει; Πρόκειται για προαιώνια διαμάχη. Πρόκειται για τον διαχρονικό γεωπολιτικό δυϊσμό του expansion – containment. O λαίμαργος Χασάν πάντα να επιβουλεύεται το βιός του Γκιαούρη.

Αλήθεια, απειλείται, οσημέραι, η Ελλάδα, ευθέως και προκλητικά, από την Τουρκία με απώλεια Εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων; «Παραμένομε πιστοί στο δόγμα της συνεννόησης και της καλής γειτονίας. Δυσκολίες υπήρχαν και θα υπάρχουν με την Τουρκία. Με καλή θέληση και από τις δύο πλευρές μπορούν να ξεπεραστούν». Μέσα από αυτές τις λιτές αράδες, διά στόματος Πρωθυπουργού, προσδιορίζονται οι Ελληνικές θέσεις.

Πιο κει, ο ξένος παράγων δείχνει να συμμερίζεται τις δίκαιες θέσεις μας όπως αυτές οριοθετούνται με βάση το διεθνές δίκαιο. Το οποίο όμως δεν ερμηνεύεται από όλους κατά τον ίδιο τρόπο. Ποια θα ήταν άραγε η ετυμηγορία ενός διεθνούς δικαστηρίου;

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αχνοδείχνει ότι πάμε για κλιμάκωση. Πως θα κορυφωθεί, ουδείς γνωρίζει. Θα είμαστε μόνοι μας; Θα χρησιμοποιηθεί η ‘‘εξάρτυση του πολεμιστή’’ ή ‘‘η τήβενος της Χάγης’’; Σίγουρα, η Ελληνική διπλωματία θα δώσει τις μάχες σύμφωνα με το εθνικό συμφέρον. Βεβαιότατα, οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται στις εθνικές επάλξεις.

Ο τρίτος, όμως, πυλώνας τις εθνικής άμυνας, η Ελληνική κοινή γνώμη, τι πρεσβεύει; Είναι αρκούντως ενημερωμένη; Γνωρίζει το εθνικό συμφέρον που ταυτίζεται με την αλήθεια, κατά τον ποιητή; Η ηγεσία πώς την καθοδηγεί; Και οι ανεύθυνοι διαμορφωτές της, πώς την παραπλανούν; Μήπως και πάλι θα κληθεί να επιλέξει μεταξύ ‘‘κόκκινης μηλιάς’’ και ‘‘οίκαδε’’; Δηλαδή, η μία ‘‘συμφορά’’ να συναγωνίζεται την άλλη!

«Φρονώ οτι, αν έκαστος ημών δεν θυσιάσει υπέρ του κοινού συμφέροντος τας ιδιαιτέρας του απαιτήσεις, αν δεν εννοήσωμεν καλώς οτι η ύπαρξις του έλληνικού έθνους κρέμαται ουχί εκ της ανεγέρσεως ή εκ της πτώσεως της δείνα πολιτικής μερίδος, αλλ' εκ της κανονικής διατάξεως και της αρμονικής οργανώσεως των ηθικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας, αν δεν πεισθώμεν οτι ανεξαρτήτως των συμπαθειών και των αντιπαθειών μας υπάρχει ανώτερόν τι ηθικόν όν, το Ελληνικόν Έθνος, προς το οποίον οφείλομεν άπαντες να ατενίζομεν, αν δεν ασχοληθώμεν άνευ προκαταλήψεων, ουχί αποβλέποντες εις αφηρημένας επιστημονικάς θεωρίας, αλλ' εις τας πραγματικάς ανάγκας της Ελλάδος, ο όλεθρος είναι αναπόφευκτος». Αυτά έλεγε από του βήματος της Βουλής ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, στις 22 Ιουλίου 1862. Διακρίνομε μια κάποια διαχρονικότητα στον λόγο τού, με Ηπειρώτικες ρίζες, εθνικού μας ποιητή. Ναι, και πολύ έντονη!

Ποιά, όμως, είναι η διαχρονική τακτική της άλλης πλευράς; Μας την περιγράφει πολύ γλαφυρά ο Αγάς από τη Λυκόβρυση της Ιωνίας το 1921, με τη γραφίδα του Νίκου Καζαντζάκη, στο ‘‘Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται’’,

«Μωρέ Μπραϊμάκι, μην είσαι παλαβός, μην ανακατεύεσαι στις ρωμαίικες δουλειές, παλιά κατάρα είναι αυτή, από θεού. Άκου τι μου ’μούλεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου, για να καταλάβεις. Όλα τα ’καμε καλά ο Αλλάχ, μού ’λεγε, όλα, μα μια μέρα βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά και έπλασε το Ρωμιό, μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνοιωσε, είχε μια ματιά ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι. ‘‘Τι να γίνει τώρα’’, μουρμούρισε ο Αλλάχ, ‘‘την έπαθα, ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρεί ο κόσμος την ησυχία του’’. Έπιασε, λοιπόν, μέλι και μπαρούτι, τα μάλαξε καλά καλά, έφτιασε τον Τούρκο. Κι ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και τον Ρωμιό να παλέψουν.

Πάλευαν, πάλευαν από το πρωί ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε κάτω τον άλλον. Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος ο Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος. ‘‘Ο διάολος να με πάρει’’, μουρμούρισε ο Αλλάχ, ‘‘την έπαθα πάλι, τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι . . . τι να κάμω’’; Όληνύκτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης. Μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του: ‘‘Βρήκα! Βρήκα!’’ φώναξε. Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιασε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν. Άρχισε το πάλεμα, τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος, μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος . . . Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνονταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνονταν, πάλευαν . . . Και ακόμα παλεύουν! Κι έτσι ο κόσμος, Μπραϊμάκι μου, βρήκε την ησυχία του»!

Και χωρίς καμία ιεραποστολική διάθεση, λιγότερη χολή, λοιπόν, ένθεν κακείθεν. Και να γνωρίζομε όλοι, ιθύνοντες και κοινή γνώμη, «Τι μπορεί να κάνει, πως μπορεί να προκόψει η δικαιοσύνη σ’ έναν κόσμο άδικο κι άτιμο, αν δεν είναι αρματωμένη»; Ο ίδιος, ο αφορεσμένος συγγραφέας το έγραψε.

5 Δεκεμβρίου 2019
*Γρηγόριος Δημ. Νούσιας
Αεροπόρος